αποκαλούμαι


αποκαλούμαι
αποκαλούμαι, αποκλήθηκα βλ. πίν. 163

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συγκυριολογούμαι — έομαι, Μ αποκαλούμαι κύριος μαζί ή συγχρόνως με κάποιον άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + κυριολογοῦμαι «αποκαλούμαι με τον τίτλο κύριος] …   Dictionary of Greek

  • ευφημώ — (ΑΜ εὐφημῶ, έω, Α δωρ. τ. εὐφαμέω) [εύφημος] 1. αποφεύγω κάθε δυσοίωνη λέξη, αποφεύγω τις βλασφημίες, μεταχειρίζομαι ευοίωνες λέξεις («φέρτε δὲ χερσὶν ὕδωρ, εὐφημῆσαί τε κέλεσθε», Ομ. Ιλ.) 2. (κατ επέκτ.) τηρώ θρησκευτική σιγή 3. επαινώ,… …   Dictionary of Greek

  • μιμνήσκω — (ΑΜ, Α αιολ. τ. μιμναΐσκω) (μέσ. παθ.) μιμνήσκομαι α) ανακαλώ στη μνήμη μου, θυμάμαι («μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου», ΚΔ) β) κάνω μνεία, μνημονεύω, αναφέρω («πρῶτος εἰπὼν καὶ μνησθεὶς ὑπὲρ τῆς εἰρήνης», Δημοσθ.) γ) εντείνω… …   Dictionary of Greek

  • προμακαρίζομαι — Α μακαρίζομαι, αποκαλούμαι ευτυχισμένος, καλότυχος εκ τών προτέρων …   Dictionary of Greek